Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

Υπάρχει άραγε ζωή μετά την ΟΝΕ και το ευρώ;

Περιθωριακή μέχρι πρόσφατα, η τάση απαγκίστρωσης από το ευρώ και επιστροφής στο εθνικό νόμισμα κερδίζει έδαφος όχι μόνο στις περιφερειακές χώρες της Ευρωζώνης, που πλήττονται δραματικά από τις πολιτικές δημοσιονομικής εξυγίανσης, αλλά και στις χώρες του πυρήνα. Ακόμη ισχυρότερο κι από τη Γαλλία είναι το αντι-ευρώ ρεύμα στη Γερμανία, όπου, σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση της Infratest, το 57% των πολιτών θεωρεί ότι η χώρα τους θα έπρεπε να είχε διατηρήσει το μάρκο, ενώ ο υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε προειδοποιεί ότι «ο κίνδυνος δημιουργίας ενός αντι-ευρώ κόμματος θα έπρεπε να λαμβάνεται πολύ σοβαρά υπ’ όψιν».

Πολλοί οικονομολόγοι αριστερών ή κεντροαριστερών προσανατολισμών αμφισβητούν το «σκληρό» ευρώ του Μάαστριχτ και του Συμφώνου Σταθερότητας που στραγγαλίζει την ανάπτυξη και θέτουν το δίλημμα: Είτε ριζική, προοδευτική αναδιάρθρωση της Ευρωζώνης, είτε διάσπαση ή και διάλυσή της. «Η επιλογή είναι ξεκάθαρη», έγραφε συνοψίζοντας τη συζήτηση για το σύμφωνο του ευρώ ο Βόλφγκανγκ Μινχάου στους Financial Times: «Είτε ολοκληρωτική διάσωση (των αδύνατων οικονομιών) είτε ολοκληρωτική χρεοκοπία. Είτε διάσπαση της Ευρωζώνης είτε ενιαίο για όλους ευρωομόλογο και οικονομική ένωση».

Ενωση Διακανονισμών
Από την πλευρά του, ο Φρεντερίκ Λορντόν επαναφέρει στη Le Monde Diplomatique μια παλιά ιδέα του Κέινς, που είχε προταθεί, χωρίς τύχη, από τον διάσημο Βρετανό οικονομολόγο στην ιστορική διάσκεψη του Μπρέτον Γουντς, το 1944, όπου τέθηκαν οι βάσεις για τη μεταπολεμική οικονομική διεθνή τάξη πραγμάτων. Πρόκειται για την ιδέα της δημιουργίας μιας Διεθνούς Ενωσης Διακανονισμών (International Clearing Union - ICU) με αποστολή την καταπολέμηση των ανισορροπιών στο διεθνές εμπόριο, μεταξύ πλεονασματικών και ελλειμματικών χωρών, οι οποίες θρέφουν εθνικές μνησικακίες και δηλητηριάζουν τη διεθνή ατμόσφαιρα. 

Η ιδέα του Κέινς ήταν ότι τόσο τα ελλείμματα όσο και τα πλεονάσματα κάθε χώρας οφείλουν να διατηρούνται εντός προκαθορισμένων ορίων. Αν μια χώρα, π.χ. η Ελλάδα, γίνει υπέρ το δέον ελλειμματική, θα πρέπει να υποτιμήσει το νόμισμά της για να κερδίσει σε ανταγωνιστικότητα. Αλλά και αν μια χώρα, π.χ. η Γερμανία, γίνει υπέρ το δέον πλεονασματική, θα «τιμωρείται» με αυξημένο φόρο – κάτι που θα λειτουργεί ως κίνητρο για να ανακυκλώνει παραγωγικά τα πλεονάσματά της, αντί να τα συσσωρεύει, εις βάρος των εταίρων της.

Πώς θα μπορούσε να εφαρμοστεί, όμως, αυτή η ιδέα του Κέινς σε μια ζώνη κοινού νομίσματος, σαν το ευρώ; Προσπαθώντας να ξεπεράσει τον σκόπελο χωρίς να καταργήσει τελείως το κοινό νόμισμα, κάτι που θα οδηγούσε πιθανότατα σε διάλυση της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ο Λορντόν εισηγείται ένα ευρώ δύο επιπέδων: ενιαίο νόμισμα στις διεθνείς συναλλαγές των κρατών–μελών, αλλά με ευέλικτη ισοτιμία, κατά το πρότυπο της ICU, στο εσωτερικό τους. 

Κάτι τέτοιο θα επέτρεπε, για παράδειγμα, σε Ελλάδα, Πορτογαλία και Ιρλανδία να υποτιμήσουν το «δικό τους» ευρώ ώστε να κερδίσουν σε ανταγωνιστικότητα, χωρίς να καταφύγουν στην κοινωνική θηριωδία της διαβόητης «εσωτερικής υποτίμησης» μισθών, συντάξεων και κοινωνικών παροχών, αλλά και χωρίς να αναστατώσουν τις διεθνείς οικονομικές σχέσεις τους. 

Φυσικά, μπορεί να σκεφτεί κανείς σειρά σοβαρών τεχνικών και ουσιαστικών προβλημάτων ενός παρόμοιου «διπλού ευρώ», με προφανέστερο τον κίνδυνο της μαύρης αγοράς συναλλάγματος και του συνακόλουθου πληθωρισμού. Το μεγάλο ερώτημα είναι γιατί η Γερμανία και οι άλλες, δημοσιονομικά ισχυρές χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά θα έσπευδαν να υιοθετήσουν μια τέτοια ιδέα.

Τέλος, ο Τζόζεφ Στίγκλιτς επαναφέρει μια άλλη, ξεχασμένη ιδέα του Κέινς (συμπληρωματική της ICU), την ιδέα για ένα παγκόσμιο νόμισμα, το περίφημο bancor. Πρόσφατα, ο Στίγκλιτς συνυπέγραψε την έκκληση της «Ομάδας του Πεκίνου» μαζί με άλλους 17 οικονομολόγους, μεταξύ των οποίων, όχι απροσδόκητα, φιγουράρουν αρκετοί Κινέζοι: Ηταν ο διοικητής της κινεζικής κεντρικής τράπεζας Τσου Σιαοτσουάν, που τάραξε τα λιμνάζοντα νερά θέτοντας ζήτημα υπέρβασης του δολαρίου, ως παγκόσμιου νομίσματος, το 2009. Η πρόταση του Στίγκλιτς είναι, βέβαια, αρκετά μετριοπαθής, καθώς στηρίζεται στη διεύρυνση ενός ήδη υπάρχοντος θεσμού, των όχι και τόσο εύηχων «Ειδικών Τραβηκτικών Δικαιωμάτων» (SDR’s) που εκδίδει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. 

Εστω κι έτσι, δεν είναι καθόλου σαφές γιατί η Αμερική θα έσπευδε να παραιτηθεί από ένα τόσο πολύτιμο παγκόσμιο μονοπώλιο, το οποίο στηρίζεται στην ισχύ των αεροπλανοφόρων της, έναντι της οποίας κανείς εταίρος ή ανταγωνιστής έχει να αντιτάξει κάτι συγκρίσιμο.

Ετικέτες , ,

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα